Το κορίτσι της Ερμού-Κεφάλαιο (14)

2020-11-21
Font Awesome 1 Icons W3.CSS

Το Κορίτσι της Ερμού (κεφάλαιο 14)

● Μυθιστόρημα σε συνέχειες

Δημιουργός: Ζεχερλής Μιχάλης


◼ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Ισμήνη


Πάρκαρα το αυτοκίνητο σε ένα στενό στη Λαμπράκη και περπατώντας πιασμένες αγκαζέ φθάσαμε σιγά-σιγά στο σπίτι. Ταλαιπωρήθηκα να βρω λίγο τα κλειδιά της εξώπορτας από το διαμέρισμα που μέναμε, πάντα με ταλαιπωρούσε αυτή η τεράστια τσάντα που κουβαλούσα, ανάθεμά με αν ήξερα τι είχε μέσα.

Μόλις περάσαμε οι δύο μας στο χολ, έβαλα την Ιφιγένεια να περιμένει λίγο στο σαλόνι και εγώ πήγα να ετοιμάσω το μπάνιο με καθαρές πετσέτες και να αφήσω να τρέξει το ζεστό νερό.

Όταν πια την οδήγησα στο χώρο του του μπάνιου και την ενήμερωσα που είναι το σαμπουάν, το αφρόλουτρο, σε ποιο σημείο κρέμονται οι πετσέτες και ότι άλλο θα χειαζόταν η Ιφιγένεια, σωριάστηκα στο σαλόνι περιμένοντας ποτέ θα τελειώσει το μπάνιο της.

Έβαλα λίγη μουσική να παίζει από το στερεοφωνικό τρελαινόμουν για τον Σοπέν και βγήκα στο μπαλκόνι να καπνίσω, ακόμα φυσούσε δαιμονισμένα, κρύφτηκα σε μια εσοχή που είχε ο τοίχος ρουφώντας το τσιγάρο μου με μανία.

«Ισμήνη τελείωσα εσύ δεν θα μπεις στο μπάνιο;» Άκουσα τη φωνή της Ιφιγένειας πέταξα το τσιγάρο στον δρόμο και μπήκα στο σαλόνι, στεκόταν μπροστά στην πόρτα του μπάνιου μισόγυμνη, τυλιγμένη με μια ροζ πετσέτα που της έδωσα λίγο πριν, ήταν πανέμορφη, για αυτό είχε τρελαθεί ο γερό μπισμπίκης ο αντρας μου με αυτήν τη γυναίκα τελικά.

 «Όχι έλα να πιούμε ένα ποτήρι μαρτίνι και φεύγουμε για το νοσοκομείο» της απάντησα και πήγα στο μπαρ έβγαλα το μπουκάλι με το μαρτίνι και δυο ποτήρια πήγα στην κουζίνα έκοψα δυο φέτες λεμόνι και τις έριξα μέσα στα ποτήρια μαζί με το μαρτίνι ίσα μέχρι τη μέση. Στρογγυλοκαθίσαμε στο καναπέ η μία δίπλα στην άλλη ακουμπώντας τα γόνατα μας. Ένοιωθα μια περίεργη έλξη για αυτή τη γυναίκα αναμεμιγμένη με μίσος και στοργή.

Ήπιαμε γουλιά γουλιά το μαρτίνι μέσα σε απολυτή σιωπή κοιτώντας στα μάτια η μια την άλλη χωρίς καμιά μας να απομακρύνει το βλέμμα της. Αναπάντεχα χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας, διακόπτοντας βλέμματα και μύχιες σκέψεις.

Σηκώθηκα και πήγα στην εξώπορτα, την άνοιξα ελάχιστα για να δω ποιος είναι μέσα στη νύχτα βρύζοντας μέσα από τα δόντια μου και αντίκρισα δύο αστυνομικούς, μου ζήτησαν αμέσως συγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας και με ενημέρωσαν ότι είναι από το τμήμα ασφάλειας της περιοχής μας και αναζητούσαν το ένοικο του διαμερίσματος με τον αριθμό 12 στον πρώτο όροφο και αν τον είδα καθόλου σήμερα, τους απάντησα στα γρήγορα ότι έλειπα όλη τη μέρα στο νοσοκομείο το Παπαγεωργίου γιατί ο σύζυγός μου νοσηλεύεται μετά από τροχαίο που είχε το μεσημέρι. Με χαιρέτισαν ευγενικά, μου ευχήθηκαν περαστικά και κινήθηκαν προς το κλιμακοστάσιο, έτσι βγήκαν από το οπτικό μου πεδίο, όταν τους άκουσα να κατεβαίνουν τα σκαλιά έκλεισα την εξώπορτα χαμογελώντας για την πρόστυχη σκέψη που έκανα για τον νεαρό αστυνομικό,- ο άλλος ήταν πενηντάρης- ήταν όμορφο παλικάρι γύρω στα 35 ψηλό και γεροδεμένο.

Έκλεισα τη πόρτα και επέστρεψα στο σαλόνι, η Ιφιγένεια όση ώρα μιλούσαμε είχε ντυθεί και χτένιζε τα μαλλιά της στο μπάνιο, έβγαλε και ένα μικρό μπουκαλάκι με κολόνια από την τσάντα της αν δεν κάνω λάθος ήταν η Davidoff αλλά μπορεί να έπεφτα έξω και αρωμάτισε τα μαλλιά και γύρω-γύρω από το κορμί της με βάση τα πλούσια στήθη της.

«Έτοιμη είμαι φεύγουμε; άρχισα να ανησυχώ για τον Αλέξανδρο, πολλή ώρα τον άφησα μόνο του» μου φώναξε από το βάθος η Ιφιγένεια, «Φεύγουμε αμέσως» της απάντησα, πήγα στην κρεβατοκάμαρα πήρα δύο αλλαξιές πιτζάμες και εσώρουχα τα έβαλα σε μια πάνινη τσάντα, πήρα την Ιφιγένεια από το χέρι και βγήκαμε στον διάδρομο της πολυκατοικίας, κλείδωσα την εξώπορτα, περάσαμε κάθετα τον δρόμο και κινηθήκαμε δεξιά στο πεζοδρόμιο όπου είχα παρκάρει το Volvo, καθίσαμε και οι δυο στις μπροστινές θέσεις γύρισα την μίζα, έβαλα την πρώτη ταχύτητα λίγο άτσαλα και ξεκινήσαμε για το νοσοκομείο.

Ο έρωτας μπορεί να είναι το ωραιότερο όνειρο αλλά και ο χειρότερος εφιάλτης

Γουίλιαμ Σαίξπηρ

Στο Παπαγεωργίου ήταν όλα ήσυχα, ο γιατρός υπηρεσίας μας ενημέρωσε ότι ο Αλέξανδρος δείχνει να δέχεται καλά τη θεραπεία και ο Κωνσταντίνος θα έβγαινε σε δύο μέρες και θα ολοκλήρωνε την αποθεραπεία του στο σπίτι.

Καθόμασταν σιωπηλές δίπλα-δίπλα χωρίς να μιλάμε, τα δύσκολα είχαν περάσει τώρα θα έπρεπε να πάψω να τη μισώ για όσα μου είχε στερήσει αλλά μέσα μου κάτι με έτρωγε σαν να ξυπνούσαν πάθη που ποτέ μου δεν μπορούσα να φανταστώ.

'Έβγαλα τις πιτζάμες και τα εσώρουχα από την πάνινη τσάντα και τα τακτοποίησα στα δύο ράφια μίας μεταλλικής ντουλάπας που βρισκόταν πίσω ακριβώς από το κρεβάτι του Αλέξανδρου, ένα ζευγάρι πιτζάμες και μια αλλαξιά εσώρουχα για τον καθένα σε κάθε ράφι.

Τις σκέψεις μου και την προσπάθεια μου να τακτοποιήσω τα πράγματα στη ντουλάπα διέλυσε ένα δυνατό κουδούνισμα από τη συσκευή του κινητού τηλεφώνου μου, στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο Βασίλης «Έλα είναι καλά ο Κώστας; ανησυχώ δεν ξέρω τον λόγο, νιώθω ενοχές για την περιπέτειά μας».

Έμεινα λίγο σιωπηλή και μετά με χαμηλή σχεδόν ψιθυριστή φωνή του απάντησα «Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να το συζητήσουμε, στο είπα και την προηγούμενη φορά που τηλεφώνησες, τώρα είμαι στο νοσοκομείο θα τα πούμε αύριο Βασίλη.» Και πριν προλάβει να μου απαντήσει έκλεισα την γραμμή και απενεργοποίησα το κινητό μου.

«Τι συμβαίνει με ποιον μιλάς Ισμήνη; » Η φωνή του Κωνσταντίνου με τρόμαξε γύρισα προς το μέρος του κρεβατιού του, με κοιτούσε με μάτια που έβγαζαν σπίθες τον πλησίασα  και τον έπιασα από το χέρι απαλά μπας και ηρεμίσει, η Ιφιγένεια καθόταν απέναντί μας και δίπλα στο προσκέφαλο του Αλέξανδρου και μας παρακολουθούσε αμίλητη «Ο Βασίλης ήτανε. Ξέρω δεν του μιλάς εδώ και χρόνια αλλά ήθελε να μάθει αν είσαι καλά» οι λέξεις βγήκαν μονοκόμματες άχρωμες και άτονες από το λαρύγγι μου.

Έμεινε σιωπηλός, άρπαξα την Ιφιγένεια από το χέρι «Πάμε να πάρουμε ένα καφέ θα γυρίσουμε γρήγορα μην φύγετε» έδωσα ένα χαρούμενο τόνο στην φωνή μου τράβηξα την Ιφιγένεια τόσο δυνατά που κόντεψε να πέσει από την καρέκλα, με ακολούθησε δίχως αντίρρηση και βγήκαμε στο διάδρομο της κλινικής σχεδόν τρέχοντας.

«Τι έπαθες καλέ και με τραβολογάς έτσι» μου φώναξε η Ιφιγένεια και τράβηξε το χέρι της με δύναμη από το δικό μου «Ο Βασίλης είναι αυτός που μου κάρφωσε τη σχέσης σας με τον Κωνσταντίνο από τότε όταν ακούει το όνομα του γίνεται θεριό ανήμερο και να σκεφθείς κάποτε ήταν κολλητοί, αυτός ήταν στο τηλέφωνο» «Δίκαια έγινε Τούρκος ο άνθρωπος, σκατά φίλος ήταν, ένα κοινός προδότης που άγνωστο τι σκοπούς είχε για να του φερθεί έτσι, εσύ πως κρατάς ακόμα επαφές μαζί του;» «Πονεμένη ιστορία Ιφιγένεια, κάποτε θα σου την πω, έλα πάμε τώρα να πάρουμε τους καφέδες από το κυλικείο και να γυρίσουμε στον θάλαμο μας, αλήθεια εσύ θέλεις καφέ;.»


● Δείτε τη συνέχεια παρακάτω

◼ Όλα τα διαθέσιμα κεφάλαια

Έπινα τον καφέ μου με φόντο το λευκό πύργο -που μόνο λευκός δεν ήταν, τέλος πάντων- ψηλός και αειθαλής προστάτευε την πόλη, κάποτε συμβόλιζε στα μάτια μου την ελπίδα και τη δύναμη τώρα έμοιαζε με μια ειρωνική υπενθύμιση της προδοσίας και της απογοήτευσης που είχα βιώσει τις προηγούμενες μέρες.

«Έρχομαι που να πάρει η ευχή, περίμενε, που να κουνηθώ, σαν αργοκίνητο καράβι γαμώτο περπατάω» ο Κωνσταντίνος προσπαθούσε σχεδόν κουτσαίνοντας να φθάσει στην εξώπορτα. Το κουδούνι συνέχιζε να χτυπά δαιμονισμένα, ο επισκέπτης εκτός όλων των άλλων ήταν ανυπόμονος και αγενής.

Πάρκαρα το αυτοκίνητο σε ένα στενό στη Λαμπράκη και περπατώντας πιασμένες αγκαζέ φθάσαμε σιγά-σιγά στο σπίτι. Ταλαιπωρήθηκα να βρω λίγο τα κλειδιά της εξώπορτας από το διαμέρισμα που μέναμε, πάντα με ταλαιπωρούσε αυτή η τεράστια τσάντα που κουβαλούσα, ανάθεμά με αν ήξερα τι είχε μέσα.

Ο θάλαμος του νοσοκομείου ήταν ένα στενός χώρος με ένα κρεβάτι ακριβώς απέναντι μου και με τον ασθενή που φιλοξενούσε να έχει γυρισμένη την πλάτη του προς το σημείο όπου βρισκόμουν, στο δεξί μου χέρι στο βάθος μπροστά από ένα παραβάν άλλο ένα κρεβάτι φιλοξενούσε τον Κωνσταντίνο, ήταν ξύπνιος με την πλάτη ανασηκωμένη από δύο μαξιλάρια και δίπλα του...

Φεύγοντας από το γραφείο του Κωνσταντίνου-τι ηλίθιος άνθρωπος θεέ μου, ακόμα δεν μπορεί να ξεπεράσει τον χωρισμό μας, το παρελθόν για αυτόν είναι πάντοτε παρών- διέσχισα την Ερμού και βγήκα στην Τσιμισκή, εκεί συνάντησα ένα διερχόμενο ταξί σε μια πόλη άδεια που έμοιαζε με φάντασμα, ήταν ελεύθερο, το σταμάτησα και ζήτησα από τον οδηγό του να με...

Χαζές σκέψεις έπνιγαν το μυαλό μου σήμερα, ίσως να έφταιγε λιγάκι το Sivas, ίσως πάλι να έφταιγαν τα κόκκινα σαν τριαντάφυλλα χείλη της Ιφιγένειας που τα είχα τώρα εμπρός μου αλλά τα είχα στερηθεί τόσα χρόνια και τα έβλεπα να ανοιγοκλείνουν με τόση χάρη που συγκλόνιζαν κάθε σπιθαμή από το κορμί μου, ίσως να έφταιγε και ο αχνός της αναπνοής...

Έφτασα στη σημείο που ήταν να συναντηθούμε μισή ώρα νωρίτερα, στην Ισμήνη προφασίστηκα ένα ραντεβού με κάτι νέους πελάτες που θα εισήγαγαν γεωργικά μηχανήματα από την Ιταλία για να μπορέσω να έχω αρκετό χρόνο στην διάθεση μου, πάρκαρα το αυτοκίνητο στο λιμάνι και βαδίζοντας στην παραλιακή έφτασα έξω από το εστιατόριο.

Χιόνιζε τρεις ημέρες συνέχεια, η κακοκαιρία και η συνεχής χιονόπτωση είχε δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στην πόλη, τα λεωφορεία δεν κυκλοφορούσαν γιατί κανείς δεν προέβλεψε να έχουν αντιολισθητικές αλυσίδες, τα ταξί σπάνια, το κρύο βαρύ σε σούβλιζε ως το κόκαλο και τα αεροπλάνα δεν πετούσαν λόγο χαμηλής νέφωσης, μια πόλη αποκλεισμένη, κατάλευκη...

  Προτάσεις για εσάς

  Δημοφιλείς ενότητες

Είμαστε η δική σου συντροφιά