Το κορίτσι της Ερμού-Κεφάλαιο (16)

2025-02-18
Font Awesome 1 Icons W3.CSS

Το Κορίτσι της Ερμού
Τελευταίο κεφάλαιο (16)

● Μυθιστόρημα σε συνέχειες

Δημιουργός: Ζεχερλής Μιχάλης


◼ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ

⚊ Έτσι ξαφνικά 

    ● Κωνσταντίνος

    5 Ιανουαρίου

    Έπινα τον καφέ μου με φόντο το λευκό πύργο -που μόνο λευκός δεν ήταν, τέλος πάντων- ψηλός και αειθαλής προστάτευε την πόλη, κάποτε συμβόλιζε στα μάτια μου την ελπίδα και τη δύναμη τώρα έμοιαζε με μια ειρωνική υπενθύμιση της προδοσίας και της απογοήτευσης που είχα βιώσει τις προηγούμενες μέρες.

    Ξαφνικά ένοιωσα ένα απαλό άγγιγμα στον ωμό και τη φωνή του Βασίλη στα αυτιά μου.

    «Ήρθα να σου μιλήσω και να σου ζητήσω συγγνώμη,» ψέλλισε ο Βασίλης, η φωνή του τρεμάμενη. «Ήμουν απαίσιος φίλος.»

    «Αι στο διάολο,» του απάντησα η φωνή μου σκληρή και γεμάτη πικρία. «Τα ξέρω όλα, καλόπαιδο.»

    «Τα ξέρεις όλα;» με ρώτησε ο Βασίλης, το πρόσωπό του χλόμιασε ξαφνικά. «Σου μίλησε η Ισμήνη; Για τη σχέση μας;»

    Σηκώθηκα με μιας από την καρέκλα που καθόμουν, η αποκάλυψη του έπεσε σαν κεραυνός. Η Ισμήνη, με είχε προδώσει με τον πιο οδυνηρό τρόπο. Η οργή μου ξέσπασε σαν ηφαίστειο. Χωρίς να το σκεφτώ, αστραπιαία κάρφωσα μια γροθιά στο πρόσωπο του Βασίλη και μετά άλλη μία στο στομάχι. Το πρόσωπό του παραμορφώθηκε από τον φόβο και την έκπληξη. Η γροθιά μου του είχε αφήσει το σημάδι της, μια οδυνηρή υπενθύμιση της οργής που έκαιγε μέσα μου.

    «Ρε καθίκι και τη γυναίκα μου πήδηξες και τη κοπέλα μου, τι καθίκι που είσαι τίποτα δεν σεβάστηκες, τι κάθαρμα που είσαι, φίδι κολοβό που μου το έπαιζες και φίλος» ούρλιαζα, σε έξαλλη κατάσταση, Οι περαστικοί κοιτούσαν με απορία, οι θαμώνες του καφέ έσπευσαν να μας χωρίσουν. Κλώτσησα την καρέκλα με δύναμη, γύρισα την πλάτη μου στον πεσμένο Βασίλη και έφυγε τρέχοντας.

    Η πλατεία Αριστοτέλους, με την πολύβουη ζωή της, φάνταζε σαν ένα μακρινό όνειρο. Πήρα ένα ταξί και κατευθύνθηκα προς το αεροδρόμιο, χωρίς να ξέρω πού θα πήγαινα. Το μόνο που ήθελα ήταν να φύγω μακριά, όσο πιο μακριά γινόταν, από όλους όσους με είχαν πληγώσει.

    Η πρώτη πτήση που βρήκα ήταν για τη Νάπολη. Αγόρασα το εισιτήριο και περίμενα, το μυαλό μου στροβιλιζόταν από σκέψεις και συναισθήματα. Η προδοσία της Ισμήνης, η φιλία που κατέρρευσε, η αίσθηση ότι ο κόσμος γύρω μου είχε χάσει κάθε νόημα. Και μέσα σε όλο αυτό το χάος, η μορφή της Ιφιγένειας εμφανιζόταν σαν ένα φάντασμα. Η σχέση μας, γεμάτη πάθος και μυστικά, τώρα έμοιαζε με μια ακόμη πληγή στην καταρρακωμένη ψυχή μου.

    Στη Νάπολη, περπατούσα στους στενούς δρόμους της παλιάς πόλης, χαμένος στις σκέψεις μου. Η απόγνωση με τύλιγε σαν πέπλο, η ιδέα της αυτοκτονίας άρχισε να ριζώνει στο μυαλό μου. Το Κάπρι, με την άγρια ομορφιά του, φάνταζε σαν το ιδανικό μέρος για να δώσω τέλος στη ζωή μου. Ο μύθος του Τιβέριου, του αυτοκράτορα που πετούσε τους ανεπιθύμητους από τον βράχο, με συνάρπαζε.

    ⚊ Το Άλμα στο Κενό

    Στο Άλμα του Τιβέριου, ο Κωνσταντίνος στάθηκε στην άκρη του γκρεμού, κοιτάζοντας την απεραντοσύνη της θάλασσας. Ο φόβος τον τράβηξε προς τα πίσω, αλλά η απόγνωση τον έσπρωξε προς τα εμπρός.

    «Για ποιον να ενδιαφερόμουν να μην τον πληγώσω με την πράξη μου;"» μονολόγησε, η φωνή του χαμένη στον άνεμο. «Όλοι με τον δικό τους τρόπο απειλούσαν τελικά καθημερινά τη ζωή και την ψυχική μου ισορροπία.»

    Σκέφτηκε την Ισμήνη, την γυναίκα που του είχε υποσχεθεί αιώνια αγάπη και αφοσίωση, και τον πρόδωσε με τον πιο άθλιο τρόπο. Σκέφτηκε τον Βασίλη, τον φίλο που τον είχε στηρίξει σε κάθε του βήμα, και τον μαχαίρωσε πισώπλατα. Σκέφτηκε την Ιφιγένεια, την γυναίκα που λάτρεψε να μοιάζει σαν σκιά του παρελθόντος, που μόνο όταν χρειάστηκε βοήθεια για τον άνδρα της τον θυμήθηκε.

    Και τότε, μια εικόνα εμφανίστηκε στο μυαλό του: την Ιφιγένεια, με τα ξανθά μαλλιά της να κυματίζουν στον αέρα και τα γαλάζια μάτια της να λάμπουν σαν αστέρια. Την θυμήθηκε να γελάει, να τον αγκαλιάζει, να του ψιθυρίζει λόγια αγάπης. Ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά, ένα αίσθημα ενοχής και τύψης.

    Έκλεισε τα μάτια, έκανε ένα βήμα προς τα εμπρός και βούτηξε στο κενό. Ο αέρας σφύριξε στα αυτιά του, η θάλασσα τον υποδέχτηκε με μια παγωμένη αγκαλιά. Και καθώς βυθιζόταν, είδε την εικόνα της Ιφιγένειας να τον κοιτάζει με τα μάτια της γεμάτα θλίψη και συγχώρεση.

    ● Δείτε τη συνέχεια παρακάτω

    ◼ Όλα τα διαθέσιμα κεφάλαια

    Έπινα τον καφέ μου με φόντο το λευκό πύργο -που μόνο λευκός δεν ήταν, τέλος πάντων- ψηλός και αειθαλής προστάτευε την πόλη, κάποτε συμβόλιζε στα μάτια μου την ελπίδα και τη δύναμη τώρα έμοιαζε με μια ειρωνική υπενθύμιση της προδοσίας και της απογοήτευσης που είχα βιώσει τις προηγούμενες μέρες.

    «Έρχομαι που να πάρει η ευχή, περίμενε, που να κουνηθώ, σαν αργοκίνητο καράβι γαμώτο περπατάω» ο Κωνσταντίνος προσπαθούσε σχεδόν κουτσαίνοντας να φθάσει στην εξώπορτα. Το κουδούνι συνέχιζε να χτυπά δαιμονισμένα, ο επισκέπτης εκτός όλων των άλλων ήταν ανυπόμονος και αγενής.

    Πάρκαρα το αυτοκίνητο σε ένα στενό στη Λαμπράκη και περπατώντας πιασμένες αγκαζέ φθάσαμε σιγά-σιγά στο σπίτι. Ταλαιπωρήθηκα να βρω λίγο τα κλειδιά της εξώπορτας από το διαμέρισμα που μέναμε, πάντα με ταλαιπωρούσε αυτή η τεράστια τσάντα που κουβαλούσα, ανάθεμά με αν ήξερα τι είχε μέσα.

    Ο θάλαμος του νοσοκομείου ήταν ένα στενός χώρος με ένα κρεβάτι ακριβώς απέναντι μου και με τον ασθενή που φιλοξενούσε να έχει γυρισμένη την πλάτη του προς το σημείο όπου βρισκόμουν, στο δεξί μου χέρι στο βάθος μπροστά από ένα παραβάν άλλο ένα κρεβάτι φιλοξενούσε τον Κωνσταντίνο, ήταν ξύπνιος με την πλάτη ανασηκωμένη από δύο μαξιλάρια και δίπλα του...

    Φεύγοντας από το γραφείο του Κωνσταντίνου-τι ηλίθιος άνθρωπος θεέ μου, ακόμα δεν μπορεί να ξεπεράσει τον χωρισμό μας, το παρελθόν για αυτόν είναι πάντοτε παρών- διέσχισα την Ερμού και βγήκα στην Τσιμισκή, εκεί συνάντησα ένα διερχόμενο ταξί σε μια πόλη άδεια που έμοιαζε με φάντασμα, ήταν ελεύθερο, το σταμάτησα και ζήτησα από τον οδηγό του να με...

    Χαζές σκέψεις έπνιγαν το μυαλό μου σήμερα, ίσως να έφταιγε λιγάκι το Sivas, ίσως πάλι να έφταιγαν τα κόκκινα σαν τριαντάφυλλα χείλη της Ιφιγένειας που τα είχα τώρα εμπρός μου αλλά τα είχα στερηθεί τόσα χρόνια και τα έβλεπα να ανοιγοκλείνουν με τόση χάρη που συγκλόνιζαν κάθε σπιθαμή από το κορμί μου, ίσως να έφταιγε και ο αχνός της αναπνοής...

      Προτάσεις για εσάς

      Δημοφιλείς ενότητες

    Είμαστε η δική σου συντροφιά