⚊ Μια μελαγχολική ιστορία ⚊
Η Ελπίδα, μια νεαρή ζωγράφος με μάτια γεμάτα μελαγχολία,
περιπλανιόταν στους σκοτεινούς δρόμους της πόλης, όπου οι σκιές χόρευαν σαν
φαντάσματα. Οι στίχοι από τις «Μαύρες Ψυχές», σαν μια μελωδία θλίψης,
αντηχούσαν στο μυαλό της, καθώς σχεδόν καθημερινά σκοντάφτε σε "μαύρες
ψυχές" - ανθρώπους γεμάτους πικρία και απογοήτευση. Κάθε βλέμμα, κάθε
λέξη, ήταν μια υπενθύμιση του πόνου που κουβαλούσε μέσα της. "Αλόγιστες
σκληρές φωνές" έσκιζαν τη σιωπή, φωνές κεντημένες με οργή και απελπισία,
αντικατοπτρίζοντας το χάος που επικρατούσε στη δακρυσμένη ψυχή της. Η Ελπίδα ένιωθε σαν να
βυθίζεται σε μια δίνη αρνητικότητας, χωρίς καμία ελπίδα διαφυγής.
Η ζωή της Ελπίδας έμοιαζε με "κινουμένη άμμο",
ασταθής και απρόβλεπτη. Οι στιγμές γλιστρούσαν μέσα από τα δάχτυλά της,
αφήνοντας πίσω τους μια αίσθηση κενού και αβεβαιότητας. Η μόνη της συντροφιά
ήταν οι "πικρές αμυγδαλιές", δέντρα που άνθιζαν με λευκά λουλούδια,
αλλά απέπνεαν μια μυρωδιά πικρή, σαν την ίδια της την ύπαρξη. Η Ελπίδα ένιωθε
μια βαθιά σύνδεση με αυτά τα δέντρα, καθώς και οι δύο κουβαλούσαν μια κρυφή
θλίψη.