Από νωρίς το πρωϊ, με απόλυτη διαύγεια, έφερε στο νου του,
για πρώτη φορά, τους μήνες της αρρώστειας του και παρατήρησε ψυχρά,
χειρουργικά, τον εαυτό του πώς κατέρρεε μέρα με την ημέρα. Ίσως, όπως ο ήλιος
μας που συρρικνώνεται σιγά-σιγά μέχρι να σβήσει κάποτε εντελώς, να γίνει ένας
λευκός νάνος, ένα αιώνιο απομεινάρι, μια άχρηστη ανάμνηση του φωτεινού του
παρελθόντος. Η σκέψη μιας τέτοιας μοίρας τον συντάραξε. Όχι, δεν την ήθελε.
Γνώριζε πως μόνο τα μικρά άστρα γίνονται λευκοί νάνοι. Τα
μεγάλα, πεθαίνοντας εκρήγνυνται. Μια έκρηξη τρομακτική τα διαλύει ολοσχερώς, τα
μετατρέπει σε ένα τίποτα, σε μία μαύρη τρύπα, εκσφεντονίζει στο διάστημα τα
συντρίμμια τους, γεννώντας νέους κόσμους.
Άραγε εκείνος;
Εάν μπορούσε να διαλέξει, προτιμούσε αυτήν την έκρηξη.
Οδυνηρή, όμως ταυτόχρονα ασύλληπτα ωραία. Θα τον διαμέλιζε ολοκληρωτικά,
σκορπίζοντας στο στερέωμα όλα όσα υπήρξε, όλα όσα είχε μέσα του αλλά δεν
πρόλαβε να φτιάξει, μια παρακαταθήκη που θα φώτιζε έστω και για λίγες δεκάδες
χρόνια τον ουρανό, μια πανσπερμία ιδεών για τα θαυμαστά μυστικά, τα αξεδιάλυτα
ερωτήματα του νου.
Αυτά σκεφτόταν εκείνο το πρωϊνό, με ένταση, με ανείπωτη
αγωνία, με όλο και μεγαλύτερο πάθος, ώρες πολλές. Ώσπου κάποια στιγμή, κατά το
μεσημέρι, δεν άντεξε πια, λύγισε. Άκουσε καθαρά το δυνατό κρακ του κλαδιού που
σπάει κάτω από το βάρος του χιονιού στα υπέροχα, λευκά βουνά της πατρίδας του.
Και τότε, ένοιωσε τα πάντα με όλες τις αισθήσεις του. Ο νους
του γνώριζε επιτέλους τα πάντα. Ακόμη και ότι την επόμενη μέρα θα ήταν νεκρός.
Τα γνώριζε όλα. Όμως! Δεν είχε λόγια, δεν είχαν ακόμη εφευρεθεί οι λέξεις, τα
σύμβολα, τα μαθηματικά για να τα αποδείξει.
Φώναξε τη γυναίκα του με όση δύναμη είχε, εκείνη όρμηξε στο
δωμάτιό του τρομαγμένη.
-Γράψε. Το c είναι σταθερό μόνο στο δικό μας Σύμπαν.
-Τι λες;
-Το c, η ταχύτητα του φωτός.
Της έκανε νόημα να σωπάσει.
Μια κοκκινοκίτρινη πεταλούδα είχε κολλήσει πάνω στο τζάμι
του παραθύρου.
-Άνοιξέ της.
Άνοιξε και, δισεκατομμύρια χρώματα πλημμύρισαν το δωμάτιο,
ένας τυφώνας σκέψεις τον σάρωσαν, ένα γιγαντιαίο κύμα, ένα τσουνάμι ιδεών. Το
μυαλό του, σαν σφουγγάρι, τα ρούφηξε όλα και αστραπιαία φούσκωσε, γιγαντώθηκε,
τα γράμματα, τα σύμβολα που έβλεπε έγιναν απείρως μικρά και απείρως πυκνά,
ολοστρόγγυλα, σαν λάστιχα αυτοκινήτων που χωρούν στη μύτη μιας βελόνας. Και,
ανάμεσα στα βεγγαλικά που εκσφεντονίζονταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα,
κομματιάζονταν ανοίγοντας τα άνθη τους στον ουρανό του μυαλού του, αποκαλύφθηκαν
τρεις μικρές, λευκές, οριζόντιες γραμμές, η μία κάτω από την άλλη.
-Ξ, ψιθύρισε. Γράψε: Ξ.
-Τι;
-Το κεφαλαίο ελληνικό Ξ. Η παράμετρος Ξ ενοποιεί...
Εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου, ο λαμπρός αυτός ο
εγκέφαλος έσβησε για πάντα.
Και τότε, ανέλαβε ο λεγόμενος ερπετοειδής εγκέφαλος. Τον
σήκωσε από το αναπηρικό καροτσάκι, τον έσυρε στο χώμα του κήπου και τον έσπρωξε
να σκαρφαλώσει γρήγορα πάνω στο μεγάλο πεύκο σαν προϊστορικός πίθηκος που
αναζητά μήλα.
Κατερίνα Ζαχαριάδου