Ήταν από εκείνες τις κυριακάτικες εσπέρες που – όπως λέει το τραγουδάκι – θα ήθελες να μην ξημέρωνε ποτέ Δευτέρα. «Πάει κι αυτή κι η Κυριακή / και η χαρά μας πάει / ήτανε τόσο βιαστική / όπως και κάθε Κυριακή / που πριν τη ζήσουμε περνάει»….
Η Σιαμέζα με την αλωπεκία
Σειρά διηγημάτων: Fantazio
⚊ Aπό τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Ταραγμένη εφηβεία, όπως και να το κάνεις. Χωρισμένοι γονείς. Μετά από πολλά χρόνια σε διάσταση. Δασκάλα εκείνη στο Δημοτικό Σχολείο τής περιοχής, Καθηγητής Φιλόλογος εκείνος στο απέναντι Γυμνάσιο. Ακριβώς απέναντι από το σπίτι τους. Στο απέναντι πεζοδρόμιο. Και το σπίτι που ζούσε με την κυρά του και τα «μούλικα» (έτσι τα έλεγε η μάνα του, αν και μορφωμένη), ακριβώς απέναντι ήτανε κι αυτό.
Δύσκολα πράγματα. Λεπτές ισορροπίες. «Συνηθισμένες καταστάσεις», θα έλεγε ένας δικαστής συνηθισμένος σε υποθέσεις εποπτείας ανηλίκων. Μόνον που δεν υπήρχε κανένας τέτοιος δικαστής στον ορίζοντα. Μέσους δημοσίους υπαλλήλους χωρίς ελπίδες εξελίξεως στην ιεραρχία στέγασε εκείνη η γειτονιά με τις γκριζαρισμένες πολυκατοικίες που μαδούσε η μπογιά τους κι έπεφτε στα αυτοφυή χαμολούλουδα τού κήπου («πάρκο» δεν το έλεγες πια, με τίποτα!!!).
Μακρής λεγόταν ο έφηβός μας. Στο επίθετο. Το μικρό του ήταν Λάζαρος. Πασχάλης. Όνομα και πράγμα! Λένε ότι είχε ξυπνήσει από μια ανακοπή στο γήπεδο μία ώρα μετά. Τον βρήκαν τα ξημερώματα να περιπλανιέται στους δρόμους άσκοπα. Κάποια παροδική αμνησία θα ήταν.
Η μνήμη του επανήλθε, όχι όμως και η προτέρα χαζοχαρούμενη διάθεσή του. Έγινε πικρόχολος, αντικοινωνικός, μονόχνοτος, χαμένος συνέχεια σε μια δική του μουσική, που δεν ήξερες αν προερχόταν από τα τεράστια ακουστικά ή από το ανοικονόμητο σώμα του, μέσα, βαθιά, εκεί που ριζώνουν οι κραυγές, τα ουρλιαχτά που μπορούν να σκιάξουν ακόμα και τα πλέον ατρόμητα θηρία τής ζούγκλας.
Μόνον με τη Σιαμέζα τα πήγαινε καλά ο νεκραναστημένος μοναχογιός τής Δασκάλας και του μπερμπάντη Φιλολόγου, που ήτανε – βλέπεις – και καρπερός.
Ο δεσμός τους κρατήθηκε κρυφός. Την έμπαζε μέσα στο
υπνοδωμάτιο πάντα αργά μετά τα μεσάνυχτα, όταν ακουγόταν πια καθαρά τα ροχαλητά
τής κυρίας μητέρας του, δασκάλας στο επάγγελμα. Εκεί ανάμεσα στον πρώτο και
δεύτερο ύπνο, σαν λήθαργο, της άτυχης αβοήθητης νοικοκυράς, την έβαζε σε ένα
μεγάλο κουτί παπουτσιών, που του είχε ανοίξει τρύπες – για ν' ανασαίνει το
ζωντανό – και την κοίμιζε στην αγκαλιά του, κάτω από την αριστερή του μασχάλη,
που είχε αρχίσει να πυκνώνει η θημωνιά εντός της, ολονυχτίς κι ολημερίς την
νανούριζε, την Σιαμέζα γάτα με την αλωπεκία και φανταζόταν πως αυτή θα ήταν η
μία και μόνη αιώνια αγάπη τής ζωής του.
Όμως δεν ήρθαν έτσι τα πράγματα τής ζωής του. Σχεδόν ποτέ δεν έρχονται για τις ταραγμένες ψυχές. «Αν στραβώσει, παιδί μου, κάτι από την αρχή, μετά δεν ισιώνεται», γνωμοδοτούσε η ανυπέρβλητη και ακατάβλητη γιαγιά του, μαία στο επάγγελμα (και φαρμακοτρίφτης και πρακτική βοτανοθεραπεύτρια και φαρμακολύτρια αγύρτισσα γενικώς).
Παντρεύτηκε μία πανέμορφη – σαν νεράιδα συμμαθήτριά του – μετά εκείνη όμως – ως φοιτήτρια Ιατρικής, παρακαλώ – άρχισε να παίζει σε τσόντες για Σαουδάραβες, μετά τον ενέπλεξε κι εκείνον στα εύκολα λεφτά. Όμως δεν τελείωσε εκεί η ξεγυρισμένη ελευθεριότητά τους. «Παιδιά χωρισμένων γονιών», σου λένε μετά. Μα εκείνη τούς είχε τους γονείς της, και τους δυό, αγαπημένους στα μάτια του κόσμου, αλλά χωρισμένους από λουτρού και κλίνης προ πολλού. Η κακομοίρα η μάνα της έκλαιγε κάθε φορά που σιδέρωνε τα κολλάρα των υποκαμίσων τού αδιάφορου ταμία τραπέζης που είχε πάρει για άντρα της («να κλείσουνε τη σειρά τους, συμπεθέρα», είχε πει η πεθερά στην συχωρεμένη την μανούλα της).
Όμως το μεθύσι τής ηδονής, η κραιπάλη τής εξουσίας που κάθε υπερτονισμένη επιθυμία τρέφει, δεν περιορίστηκε σε μερικές ξεχειλωμένες ομαδικές συνευρέσεις μέχρι πρωίας, όπου δεν ξέρεις ποιο είναι το δικό σου εσώρουχο και το ρεύμα του καιρού σέρνει γόπες με κραγιόν παρενδυτικών νεαρών που αναζητούν τον μπαμπά τους.
Ναι, καλά το καταλάβατε: ερωτεύτηκε ο νεαρός μας αντί-ήρωας έναν παντρεμένο στην ηλικία τού χωρισμένου πατέρα του και τον ακολούθησε μετά μανίας παντού, όπου τον πήγαινε η νταλίκα εκείνου τέλος πάντων.
Κινδύνεψε να τον χωρίσει τον άνθρωπο. Στο τέλος συμβιβάστηκαν να βλέπονται μόνο κάθε Κυριακή, στο γήπεδο. Κι όταν δεν έχει αγώνα στην παραλία. Στην Καστέλλα. Σε μια καβάτζα, που κάποτε ήταν καταγώγιο, όπου υμνωδούσαν η Μαίρη Λίντα με τον Μανώλη Χιώτη.
Α, ξέχασα να σας πω: «Σιαμέζα» αποκαλούσε τον ηλικιωμένον εραστή του, τις πλέον δύσκολες και άβολες στιγμές, καταλαβαίνετε.
Κι όπως και η πρώτη διδάξασα χαδιάρα γάτα, είχε κι αυτός αλωπεκία.
«Μα τι του βρίσκει;», αναρωτήθηκαν οι πάντες δίπλα του, πριν του γυρίσουν την πλάτη τους για πάντα. Συμπεριλαμβανομένης τής τολμηρής συζύγου, που παράτησε την ιατρική, μετά παράτησε και τον συμβίο της κι εγκλείστηκε σε ένα χαρέμι, αφού έκανε μοριοπλαστική κι απέκτησε αρχετυπικό …φαλλό σε μέγεθος Σατύρου.
Μόνον ο Πάνας χαμογελούσε κάπου από …χαμηλά, τρισευτυχισμένος.
«Πίσω μου σ' έχω Σατανά και μπροστά μου κρέμεσαι», χρησμοδοτούσε η γιαγιά, η γραία μαία.
Και μη καλύτερα!!!
Πάντως εκείνη την γάτα, την πρώτη πολύξερη «Σιαμέζα» της ζωής του δεν την ξεχνάει με τίποτα. Και φυσικά, δεν την έχει (μέχρι τώρα) ξεπεράσει. Μήτε και ποτέ δεν θα δυνηθεί να την ξεπεράσει.
Δρ. Κωνσταντίνος Μπούρας
Ο οδηγός τού Κυρίου Γενικού
Ο οδηγός τού Κυρίου Γενικού… διακόπτη ήτο προαγωγός αλλά αθωώθηκε. Διαφθορά στο Δημόσιο κι όχι μόνο (Μαφία και Καμόρα – η λογική τής συμμορίας, αλλαξοκωλιές και γλειψίματα, περιθωριοποιήσεις κι αποκλεισμοί, ρατσισμός κι απόρριψη κάθε διαφορετικού) κάπου-κάπως-κάποτε, σε μια άλλη χώρα, φυσικά, που τη λέγανε …Δανιμαρκία………………
Προβολές
Οι ψυχολογικοί μηχανισμοί μερικών ανθρώπων είναι τόσο προβλέψιμοι! Ειδικά, άμα τους ξέρεις καλά μέσα στα χρόνια. Ή όταν είναι τόσο νευρωτικοί που κάνει μπαμ η υστερία τους και το θερμόμετρο χτυπάει κόκκινο.
Ήμουνα που ήμουνα συγχυσμένος μετά από ένα ερωτικό καυγαδάκι… τι τα θέλω εγώ παρόμοια μπλεξίματα σε τέτοια ηλικία; Να πάθω καν'α έμφραγμα, να πάθω εγκεφαλικό και να κυκλοφορώ ανάπηρος στα θέατρα; Δεν λέει! «Ήτανε στραβό το κλήμα, το έφαγε κι ο γάϊδαρος κι αποστραβώθηκε».
Αυθεντικός διάλογος έξω από τις τουαλέτες (μπροστά από την ψύκτη) τρίτου ορόφου μεγάλου κτηρίου γραφείων (αστραφτερού – μέταλλο και γυαλί):
Το σήριαλ …του Φωσ-κώλοου δεν γράφτηκε ποτέ.
Η φωνή ήταν κυματιστή. Η διήγησις ελάμβανε χώραν επί του πεζοδρόμου γνωστού οψοπωλείου στα Εξάρχεια. Η ταβέρνα ήταν ξακουστή για τις λιχουδιές αλλά και για τους …ωτακουστές της. Επειδή σύχναζαν διάφοροι ενδιαφέροντες τύποι (καλλιτέχνες και λογοτέχνες – τρελοί με τα …ούλα τους, εν ολίγοις) όλο και κάτι έχει να ψαρέψει το αυτί κάθε φιλοπεριέργου.
του Κωνσταντίνου Μπούρα
του Κωνσταντίνου Μπούρα
του Κωνσταντίνου Μπούρα
του Κωνσταντίνου Μπούρα
Mε το δικό μας βλέμμα
Στιγμές από τη ζωή μου

Οι μυστικές ιστορίες του Οθέλλου Ηστ
Οι χειμώνες της καρδιάς μου
Τα Δάκρυα του Domilείναι η απαρχή αυτής της ποιητικής συλλογής, που προσπαθεί μέσα από τους στίχους της να υμνήσει τα δάκρυα που ξεπλένουν την οδύνη και τον πόνο από τους χειμώνες της καρδιάς..
Δημοφιλείς ενότητες

Δείτε την ενότητα μας: Αποφθέγματα
Αποφθέγματα, γνωμικά, ρήσεις και παροιμίες από όλες τις γωνιές του κόσμου

Δείτε την ενότητα μας: 7η Τέχνη
Κριτική και παρουσίαση τηλεοπτικών σειρών και ταινιών μεγάλου μήκους

Από τον Νοέμβριο του 2017 έως Σήμερα
Δείτε την ενότητα μας: Tα καλύτερα του Moments Blog
● Οι κορυφαίες δημοσιεύσεις των συνεργατών του Μoments blog που λάτρεψαν οι αναγνώστες μας όλα αυτά τα χρόνια.
